Γιατί χρειάζεται ένα κοινό νόμισμα
Μόνιμη φιλοδοξία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, ήταν η δημιουργία μιας Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) . Η δημιουργία μιας Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης συνίσταται στον συντονισμό των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών, στην εφαρμογή κοινής νομισματικής πολιτικής και στη χρήση κοινού νομίσματος, του ευρώ. Ένα ενιαίο νόμισμα παρέχει πολλά πλεονεκτήματα:
- διευκολύνει τις διασυνοριακές εμπορικές συναλλαγές των εταιρειών
- επιτρέπει στους πολίτες να ζουν, να εργάζονται και να σπουδάζουν στο εξωτερικό
- διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών.
Ωστόσο, την πορεία αυτή ανέκοπταν διάφορα πολιτικά και οικονομικά εμπόδια, όπως: η ανεπαρκής πολιτική βούληση, οι διαφωνίες ως προς τις οικονομικές προτεραιότητες και οι αναταραχές στις διεθνείς αγορές. Όλα αυτά διαδραμάτισαν τον ρόλο τους στην επιβράδυνση της προόδου προς την Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Η πορεία προς το ευρώ
Η διεθνής νομισματική σταθερότητα που επικράτησε στην αρχή της μεταπολεμικής περιόδου δεν διήρκεσε πολύ. Οι αναταραχές στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος απειλούσαν το σύστημα κοινών τιμών της κοινής γεωργικής πολιτικής, η οποία ήταν ο κεντρικός πυλώνας της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Οι προσπάθειες που έγιναν για την επίτευξη σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών επηρεάστηκαν από τις πετρελαϊκές κρίσεις και άλλων διαταραχών, μέχρις ότου, το 1979, καθιερώθηκε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ).
Το ΕΝΣ λειτουργούσε ως σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών το οποίο χρησίμευε για να διατηρούνται τα νομίσματα που συμμετείχαν σ' αυτό σε ζώνη μικρών διακυμάνσεων. Αυτή η εντελώς νέα προσέγγιση αποτελούσε πρωτοφανή συντονισμό των νομισματικών πολιτικών των χωρών της ΕΕ, και λειτούργησε με επιτυχία για περισσότερο από μία δεκαετία.
Από το Μάαστριχτ στο ευρώ και τη ζώνη του ευρώ

Υπό τον Jacques Delors, τον τότε πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών των χωρών της ΕΕ συνέταξαν το 1989 την «Έκθεση Delors» σχετικά με τον τρόπο υλοποίησης της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Πρότειναν μια προπαρασκευαστική περίοδο τριών σταδίων, η οποία κάλυπτε την περίοδο από το 1990 έως το 1999. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποδέχθηκαν αυτές τις συστάσεις.
Τον Δεκέμβριο του 1991, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε τη νέα Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωστή και ως Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία περιείχε τις αναγκαίες διατάξεις για την υλοποίηση της νομισματικής ένωσης.
Μετά από μια δεκαετία προετοιμασίας, το ευρώ άρχισε να χρησιμοποιείται την 1η Ιανουαρίου 1999. Τα πρώτα τρία χρόνια ήταν ένα «αόρατο» νόμισμα το οποίο χρησιμοποιούταν μόνο για λογιστικούς σκοπούς και ηλεκτρονικές πληρωμές. Την 1η Ιανουαρίου 2002, οπότε τέθηκαν σε κυκλοφορία τα κέρματα και τα τραπεζογραμμάτια, ξεκίνησε σε 12 χώρες της ΕΕ η μεγαλύτερη στην ιστορία μετάβαση σε ένα νέο νόμισμα.
Περισσότεροι από 350 εκατομμύρια Ευρωπαίοι σε 21 χώρες της ΕΕ χρησιμοποιούν σήμερα καθημερινά το ενιαίο νόμισμα, γεγονός που το καθιστά απτό σύμβολο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Περισσότερες χώρες ετοιμάζονται να το υιοθετήσουν στο μέλλον.